Η είδηση ότι η κάλυψη Fiber-to-the-Home στην Αττική άγγιξε το 80% δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο, αλλά η απόδειξη πως η πρωτεύουσα βγαίνει επιτέλους από τον ψηφιακό μεσαίωνα. Το 2026 βρίσκει τις γειτονιές της Αθήνας να θυμίζουν ένα τεράστιο εργοτάξιο, όπου η οπτική ίνα φτάνει πια μέχρι την πρίζα του σαλονιού μας.
Σε μια χώρα που παραδοσιακά υστερούσε στις σταθερές συνδέσεις, η μετάβαση στο 1Gbps αλλάζει ριζικά τον τρόπο που δουλεύουμε και διασκεδάζουμε. Είναι η ικανοποίηση του χρήστη που δεν χρειάζεται πια να μετράει πόσες συσκευές είναι συνδεδεμένες στο Wi-Fi για να δει μια ταινία ή να κάνει ένα βίντεο-call χωρίς διακοπές.
Ωστόσο, το 80% κρύβει μέσα του μια σημαντική ανισότητα που πρέπει να δούμε κατάματα. Ενώ τα μεγάλα αστικά κέντρα πανηγυρίζουν, υπάρχουν ακόμα «μαύρες τρύπες» σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπου οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις των δήμων κρατούν τις ταχύτητες κολλημένες σε περασμένες δεκαετίες.

Το στοίχημα του 1Gbps και η ελληνική πραγματικότητα
Η διαθεσιμότητα ταχυτήτων που αγγίζουν το 1Gbps μέσα στο 2026 δημιουργεί ένα νέο τοπίο στον ανταγωνισμό των παρόχων. Η δική μας οπτική είναι πως η μάχη δεν θα δοθεί πλέον μόνο στην κάλυψη, αλλά στην αξιοπιστία και στην τελική τιμή που φτάνει στον καταναλωτή, ειδικά μετά τη λήξη των επιδοτήσεων.
Στην Ελλάδα, η πρόκληση παραμένει η παλαιότητα των κτιρίων που συχνά δυσκολεύει την εσωτερική εγκατάσταση της οπτικής ίνας. Οι ένοικοι έρχονται συχνά αντιμέτωποι με τεχνικά εμπόδια που απαιτούν υπομονή και συνεννόηση, κάτι που ο χάρτης των ταχυτήτων δεν μπορεί πάντα να αποτυπώσει με ακρίβεια.
Παρά τις δυσκολίες, η αίσθηση είναι πως το νερό μπήκε στο αυλάκι και δεν υπάρχει επιστροφή. Το 1Gbps παύει να είναι ένα πολυτελές προνόμιο για λίγους και γίνεται το βασικό εργαλείο για την οικονομία και την εκπαίδευση, φέρνοντας την Αττική πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα από ποτέ.
