Πρέπει τελικά να πίνουμε 8 ποτήρια νερό ημερησίως;

26

Ελλιπείς είναι οι επιστημονικές αποδείξεις για την ποσότητα υγρών που πρέπει να προσλαμβάνονται ημερησίως, παρά τις διαρκείς συστάσεις για 8 ποτήρια ημερησίως.

Παράλληλα, όμως, η ίδια η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων αποκλείει τον ισχυρισμό ορισμένων ότι η υψηλή πρόσληψη υγρών δεν έχει κανένα κλινικό όφελος. Τι ισχύει τελικά;

Όπως μας εξηγεί ο χειρουργός ουρολόγος-ανδρολόγος Δρ. Μάρκος Καραβιτάκης, οι τρέχουσες συστάσεις για τη συνολική ημερήσια πρόσληψη νερού (συμπεριλαμβανομένων άλλων υγρών όπως και εκείνων που λαμβάνονται από τα τρόφιμα) ποικίλλει ευρέως μεταξύ διαφορετικών χωρών και οργανώσεων.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) η ημερήσια συνολική ποσότητα νερού που πρέπει να πίνουν οι άνδρες είναι 2,5 λίτρα και οι γυναίκες 2,0 λίτρα, λαμβανομένου υπόψη ότι το 20% περίπου αυτών προέρχεται από τις τροφές.

Αυτό ισοδυναμεί με την επίτευξη όγκου ούρων 2,0 λίτρων και 1,6 λίτρων, αντίστοιχα, σε άνδρες και γυναίκες. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ανάγκες μας για νερό και η κατανομή του στο σώμα αλλάζει με την ηλικία.

Τι πραγματικά, λοιπόν, υποστηρίζουν τα αποτελέσματα μελετών για τις 4 πιο συχνές παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος;

Υπάρχουν αποδείξεις που να στηρίζουν την ευεργετική επίδραση της αυξημένης πρόσληψης υγρών στην πρόληψη ή στη διαχείριση παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος;

Για την πλέον συχνή πάθηση του ουροποιητικού την ουρολιθίαση, τα ποσοστά της οποίας κυμαίνονται στην Ευρώπη από 5 έως 9%, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα όσον αφορά στην πρόσληψη νερού. Όπως υποδεικνύουν μελέτες, ο όγκος των ούρων ανά ημέρα είναι κρίσιμης σημασίας.

Σε μια μελέτη, ασθενείς με επανεμφάνιση πέτρας είχαν μέσο όγκο ούρων 1,7 λίτρα/ημέρα, συγκριτικά με 2,1 λίτρα/ημέρα εκείνων χωρίς υποτροπή, σε μια μέση παρακολούθηση 6,8 ετών. Σε άλλη μελέτη μόνο το 12% των ασθενών που έπιναν αρκετό νερό για να επιτευχθεί ο όγκος ούρων τουλάχιστον 2 λίτρα/ημέρα ξανασχημάτισαν πέτρα, συγκριτικά με το 27% εκείνων που δεν είχαν προβεί σε κανένα μέτρο.

Εκτός από τη συγκεκριμένη πάθηση, ευρέως διαδεδομένες τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες όλων των ηλικιακών ομάδων είναι και οι λοιμώξεις του ουροποιητικού. Αυτές οφείλονται σε βακτηριακή μόλυνση της ουρογεννητικής οδού, με τα παθογόνα που τις προκαλούν να προέρχονται κυρίως από την εντερική χλωρίδα.

Διάφοροι παράγοντες θα μπορούσαν να εξηγήσουν τον πιθανό ρόλο της πρόσληψης υγρών στην πρόληψη των λοιμώξεων. Ωστόσο, «δεδομένης της ανεπάρκειας και της ασυνέπειας των διαθέσιμων πειραματικών και κλινικών δεδομένων, δεν είναι δυνατό να συναχθούν συμπεράσματα σχετικά με τη χρησιμότητα της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας πρόληψης των λοιμώξεων του ουροποιητικού, βάσει των οποίων θα μπορούσαν να γίνουν συστάσεις για την καθημερινή πρόσληψη υγρών. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να διαπιστωθεί επαρκώς εάν η διατήρηση επαρκούς πρόσληψης υγρών συμβάλλει στην πρόληψη όσο και στην υποτροπή», σημειώνει ο Δρ. Καραβιτάκης.

Επίσης αμφιλεγόμενες είναι οι κλινικές αποδείξεις για τον ευεργετικό ρόλο του νερού στην χρόνια νεφρική νόσο. Λαμβανομένου, όμως, υπόψη του ολοένα αυξανόμενου ποσοστού εμφάνισής της, της εξασθενημένης ποιότητας της ζωής και πρώιμης θνησιμότητας που επιφέρει, οι ερευνητές δεν παύουν να ερευνούν τους τρόπους ορθότερης διαχείρισής της.

«Ο παγκόσμιος επιπολασμός της χρόνιας νεφρικής νόσου θεωρείται ότι είναι περισσότερα από 2 εκατομμύρια, εκ των οποίων τα 1,77 εκατομμύρια ασθενείς υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Είναι δε υψηλότερος σε υποπληθυσμούς με υπέρταση (> 20%) ή διαβήτη (> 35%) και στις γυναίκες. Όμως οι άνδρες με χρόνια νεφρική νόσο είναι κατά 50% πιο πιθανό από τις γυναίκες να φτάσουν σε τελικού σταδίου νεφρική νόσο, η οποία απαιτεί αιμοκάθαρση ή μεταμόσχευση», επισημαίνει ο Δρ. Καραβιτάκης και συνεχίζει:

«Μερικές μελέτες έχουν δείξει ότι ένας υψηλός όγκος ούρων έχει επιβλαβή δράση σε άτομα με τη νόσο, επιταχύνοντας τον ρυθμό απώλειας της νεφρικής λειτουργίας. Άλλες δείχνουν ότι η αυξημένη πρόσληψη υγρών και παραγωγή ούρων συνδέεται με καθυστέρηση στην εμφάνιση ή στην εξέλιξή της. Οι περισσότερες, όμως, συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ημερήσια κατανάλωση υγρών εξαρτάται από το στάδιο της νόσου».

Για τους πάσχοντες από καρκίνο της ουροδόχου κύστης, η επίπτωση της πρόσληψης νερού ενδεχομένως να έχει σχέση με τους ρύπους που περιέχονται σε αυτό και όχι στην ίδια την ποσότητα. Η αδιάλειπτη μελέτη των αιτιών θα μπορούσε να αποκαλύψει εάν πράγματι είναι η βασική αιτία του τέταρτου συχνότερου καρκίνου στους άνδρες και του πέμπτου συνολικά. Η σοβαρότητα της πάθησης, ο υψηλός επιπολασμός της νόσου και το κόστος διαχείρισής της καθιστούν τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης έναν από τους πιο δαπανηρούς από τη διάγνωση έως τον θάνατο.

Μια ανασκόπηση πολλών μελετών που αξιολόγησε την ύπαρξη συσχετισμού μεταξύ πρόσληψης υγρών και καρκίνου της ουροδόχου κύστης έδειξε μικτά αποτελέσματα, καθώς επτά μελέτες προσδιόρισαν αυξημένο κίνδυνο και τρεις δεν φανέρωσαν την ύπαρξη κάποιου συσχετισμού. Αποτελέσματα από την Health Professionals Followup Study, έδειξαν ότι, συγκρίνοντας την υψηλότερη συνολική πρόσληψη με τη χαμηλότερη, η ημερήσια πρόσληψη υγρών σχετίζεται αντίστροφα με τον κίνδυνο καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Εν τω μεταξύ, η European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition (EPIC) δεν βρήκε καμία συσχέτιση μεταξύ του συνόλου της πρόσληψης υγρών και κινδύνου για καρκίνο της ουροδόχου κύστης.

«Μια υπόθεση για το λόγο που η αυξημένη πρόσληψη υγρών μπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο της ουροδόχου κύστης είναι η παρουσία ρύπων στο νερό, όπως τα τριαλογονομεθάνια. Μια ανασκόπηση έξι μελετών διαπίστωσε ότι η συνολική πρόσληψη υγρών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ουροδόχου κύστης καρκίνο στους άνδρες, αλλά όχι στις γυναίκες. Είναι ενδιαφέρον ότι ο αυξημένος κίνδυνος σχετίζεται με την πρόσληψη νερού βρύσης, και όχι νερού άλλης προέλευσης, πράγμα που δείχνει ότι οι καρκινογόνες χημικές ουσίες στο νερό της βρύσης στον τόπο διεξαγωγής των μελετών μπορεί να εξηγούν τον αυξημένο κίνδυνο», επισημαίνει.

«Συμπερασματικά, λοιπόν, υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν ότι η ανεπαρκής πρόσληψη υγρών είναι σημαντικός παράγοντας εμφάνισης ορισμένων χρόνιων παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος. Για άλλες παθήσεις, όμως, δεν ισχύει το ίδιο. Γι’ αυτό θα πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες των ουρολόγων που δίδονται εξατομικευμένα, μετά τη λήψη του ιστορικού και τη διενέργεια εξετάσεων που φανερώνουν την κατάσταση του ουροποιητικού, τους προδιαθεσιακούς παράγοντες, τις υφιστάμενες παθήσεις και το στάδιό τους, προκειμένου οι ασθενείς να απολαμβάνουν καλύτερη ποιότητα ζωής και οι υγιείς να αποφύγουν κατά το δυνατόν την εμφάνισή τους», καταλήγει ο Δρ. Μάρκος Καραβιτάκης.

Πηγή: onmed.gr