A Kids story

Ο πλανήτης Πορτοκάλι και το Μαγικό Διαστημόπλοιο

«Το μικρό Χωριό»

Το μικρό χωριό ήταν χτισμένο εδώ και χρόνια στις πλαγιές του πράσινου λόφου. Και οι ίδιοι του οι κάτοικοι είχαν ξεχάσει πότε οι προπαππούδες και οι προγιαγιάδες τους το είχαν χτίσει. Τόσο παλιό ήταν.

Σε αυτό το ήσυχο χωριό τίποτα περίεργο ποτέ δεν συνέβαινε. Το αντίθετο μάλιστα. Η ζωή των κατοίκων του ήταν η ίδια κάθε ημέρα. Την άνοιξη και το καλοκαίρι οι άντρες πήγαιναν κάθε ημέρα στα χωράφια για να φροντίσουν τη σοδειά τους, ενώ οι γυναίκες έμεναν στο σπίτι για να τακτοποιούν το νοικοκυριό και τα παιδιά, ενώ το φθινόπωρο και το χειμώνα το μικρό καφενείο του χωριού δεν χωρούσε πάντα όλους όσους μαζεύονταν για να πουν καμία κουβέντα ή να παίξουν τάβλι και χαρτιά.

Η «ευλογία» του χωριού, όπως έλεγαν οι γεροντότεροι., ήταν τα πολλά μικρά παιδιά που είχε. Αν και μετρημένες οι οικογένειες τα παιδιά ήταν περισσότερα ακόμα και από μεγαλύτερα διπλανά χωριά. Για αυτό και είχε κανονικό σχολείο, με πολλούς δασκάλους, και Γυμνάσιο και Λύκειο. Τίποτα δεν του έλειπε.

«Ο Νίκος»

Σε αυτό το χωριό γεννήθηκε και μεγάλωνε ο Νίκος. Αν τον κοιτούσε κανείς χωρίς να τον ξέρει θα έλεγε κατευθείαν ότι ήταν ένα συνηθισμένο παιδί. Δεν ήταν ούτε όμορφος, αλλά ούτε και άσχημος. Ούτε ψηλός αλλά ούτε και κοντός. Ούτε πολύ καλός μαθητής, αλλά ούτε και κακός. Αυτά για όσους δεν τον ήξεραν, γιατί για τους πολύ καλούς του φίλους ο Νίκος ήταν από τους πιο ξεχωριστούς ανθρώπους του κόσμου.

Τι τον έκανε τόσο ξεχωριστό; Η αγάπη του για τον ουρανό και τα αστέρια και οι απίθανες ιστορίες που τους έλεγε τα βράδια κοιτάζοντας «το σύμπαν», όπως το ονόμαζε. Τους μιλούσε για άλλους μακρινούς πλανήτες, όπου όπως έλεγε, ζούσαν και άλλοι άνθρωποι σαν και εμάς. Τους έλεγε ιστορίες για αυτούς τους ανθρώπους, για τις δικές τους συνήθειες, για το πώς ήθελαν να μας μιλήσουν, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσαν γιατί δεν μιλούσαν τη γλώσσα μας. Ήταν μάλιστα εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι πολλές φορές είχαν έρθει στη Γη, αλλά έφυγαν γιατί δεν μπορούσαν να μας καταλάβουν.

Τα αγαπημένα του βιβλία ήταν όλα για διαστημόπλοια, για αστροναύτες, για πλανήτες. Μάλιστα είχε ήδη πείσει το θείο του που έμενε στην Αμερική να του στείλει ένα συναρμολογούμενο διαστημόπλοιο για να το κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι του μαζί με ένα τηλεσκόπιο για να βλέπει τα άστρα. Ο θείος του, που ήρθε στο χωριό πέρσι το καλοκαίρι, του έφερε όχι μόνο το διαστημόπλοιο και το τηλεσκόπιο που ζητούσε ο Νίκος, αλλά και μπλουζάκια με κάτι πρόσωπα επάνω τους από ανθρώπους που είχαν πάει ήδη στο διάστημα, όπως του είχε πει ο θείος του. Περήφανος ο Νίκος δεν τα έβγαλε από πάνω του όλο το καλοκαίρι. Ήθελε μάλιστα να τα φοράει και το χειμώνα, αλλά η μητέρα του δεν τον άφησε, ευτυχώς για τους φίλους του που είχαν βαρεθεί να τον βλέπουν με τα ίδια ρούχα τόσο καιρό.

«Η ιδέα»

Ήταν ένα ακόμα ζεστό καλοκαίρι του Ιούλη. Ο Νίκος με τους δύο καλύτερους του φίλους, το Σωκράτη και τον Κίμωνα, που ήταν και ξαδέλφια, αλλά έμοιαζαν τόσο πολύ σαν να ήταν αδέλφια, κάθονταν κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι λίγο πιο πέρα από το τελευταίο σπίτι του χωριού. Έβρεχαν συνέχεια το πρόσωπο τους από μία πηγή που είχε παραδίπλα και σχεδόν δεν μιλούσαν καθόλου. Για την ακρίβεια ο Νίκος δεν μιλούσε καθόλου. Είχε μισόκλειστα τα μάτια και κοιτούσε τον ήλιο μέσα από τα φύλλα του δέντρου.

Ξέρετε, είπε κάποια στιγμή στους φίλους του, ότι αν προσπαθήσεις να φτάσεις στον ήλιο θα γίνεις σκόνη από πολύ μακριά. Τόσο ζεστός είναι. Αντίθετα στο φεγγάρι ο άνθρωπος έχει ήδη πάει.

Ο Σωκράτης με τον Κίμωνα κοιτάχτηκαν.

Λες να τον πείραξε η ζέστη είπε με ένα χαμόγελο ο Κίμωνας.

Κανείς δεν απάντησε.

Ο Νίκος, ο οποίος μάλλον δεν είχε ακούσει ότι είπε ο φίλος του φαινόταν τώρα να είναι ακόμα πιο βυθισμένος στις σκέψεις του και δεν τους έδινε καμία σημασία.

Κάποια στιγμή σηκώθηκε πήρε ένα μικρό κομμάτι από ένα πεσμένο κλαδί και άρχισε να κάνει κάτι σχέδια. Ήταν τόσο αφοσιωμένος μάλιστα σε αυτό που σχεδίαζε που δεν έδωσε σημασία στους δύο φίλους του που ήρθαν και κοιτούσαν δίπλα του.

Ο Σωκράτης κάποια στιγμή δεν άντεξε.

Μα τί ζωγραφίζεις επιτέλους, τον ρώτησε ανυπόμονα. Θα μας πεις ή να φύγουμε;

Αφού τράβηξε μία δύο γραμμές ακόμα ο Νίκος κοίταξε μία όλη τη ζωγραφιά του, μία τους φίλους του και ξανά πάλι τη ζωγραφιά του.

Αυτό είναι το σχέδιο για το διαστημόπλοιο κύριοι που θα κατασκευάσουμε για να πάμε στο διάστημα, τους είπε και σηκώθηκε κατακόκκινος.

Ο Κίμωνας δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια του. Όσο και αν δεν ήθελε να προσβάλει το φίλο του, του φαινόταν αστεία η ιδέα του. Ο Σωκράτης πάλι σηκώθηκε και κοίταξε το σχέδιο του Νίκου. Το πρόσωπο του ήταν πολύ σοβαρό. Που και που μάλιστα έτριβε το πηγούνι του σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τί ήθελε να ζωγραφίσει ο φίλος του.

Χμμ! Είπε κάποια στιγμή. Είναι ένα πάρα πολύ καλό διαστημόπλοιο. Ένα μαγικό διαστημόπλοιο. Σε ποιό πλανήτη όμως θα πάμε.

Δεν μιλάτε σοβαρά είπε ο Κίμωνας, κοιτώντας μία τον αδελφό του και μία το Νίκο.

Κανείς δεν του απάντησε. Είχαν αρχίσει να συζητάνε μεταξύ τους από τί θα έφτιαχναν το διαστημόπλοιο τους, το μαγικό τους διαστημόπλοιο και το σημαντικότερο που θα το έφτιαχναν.

Σε λίγο και οι τρεις τους συζητούσαν για το απίθανο σχέδιο τους. Έτσι όπως κουνούσαν τα χέρια τους από μακριά και έτσι όπως φώναζαν αν τους κοιτούσε κάποιος από μακριά θα έλεγε πως μάλωναν. Είχαν ενθουσιαστεί τόσο πολύ που πλέον δεν τους ένοιαζε η ζέστη.

«Ο αχυρώνας»

Την επόμενη κιόλας ημέρα αποφάσισαν ότι το καλύτερο μέρος για να αρχίσουν να φτιάχνουν το μαγικό τους διαστημόπλοιο ήταν ο παλιός αχυρώνας του πατέρα του Νίκου. Ήταν πάντοτε ήσυχα εκεί και ποτέ κανένας δεν πλησίαζε γιατί κόντευε να πέσει.

Άρχισαν να κουβαλάνε σιγά – σιγά εργαλεία που έπαιρναν από τους μπαμπάδες τους και έτσι σε λίγες ημέρες είχαν ένα τέλειο εργαστήριο.

Ο Σωκράτης με τον Κίμωνα είχαν αναλάβει να φτιάχνουν το διαστημόπλοιο, ενώ ο Νίκος έκανε τα σχέδια και είχε αναλάβει να ψάχνει τα βράδια με το τηλεσκόπιό του για τον πλανήτη που θα πήγαιναν.

Δεν άργησε να τον βρει και το ανακοίνωσε με περηφάνια την άλλη ημέρα στους φίλους του.

Τον βρήκα, τον βρήκα, έλεγε και ξαναέλεγε ενθουσιασμένος. Είναι τόσο μεγάλος και τόσο πορτοκαλί που πρέπει να πάμε εκεί.

Ποιός πλανήτης είναι, ρώτησε ο Σωκράτης. Πώς τον λένε;

Είναι καινούργιος πλανήτης είπε σοβαρά ο Νίκος. Δεν έχει όνομα. Τον βάφτισα χθες το βράδυ.

Και πώς τον βάφτισες, ρώτησε ο Κίμωνας

«Ο Πλανήτης Πορτοκάλι» είπε ο Νίκος. Και δεν τον βάφτισα τυχαία έτσι. Αν τον δείτε από το τηλεσκόπιο είναι σαν ένα τεράστιο πορτοκάλι.

Οι τρεις φίλοι συμφώνησαν να κοιτάξουν το βράδυ μέσα από το τηλεσκόπιο τον Πλανήτη Πορτοκάλι και στρώθηκαν στη δουλειά. Δεν είχαν άλλωστε πολλές ημέρες. Ήθελαν να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατόν.

«Ο μπαμπάς και η μαμά του Νίκου»

Τόση φασαρία στον παλιό αχυρώνα δεν θα μπορούσε σίγουρα να περάσει απαρατήρητη. Η μαμά του Νίκου είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το γιο της. Χανόταν από το πρωί μέχρι το μεσημέρι και από νωρίς το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, ενώ όταν γυρνούσε σπίτι καθόταν με τις ώρες και κοιτούσε τα άστρα.

Κάποια ημέρα τον είχε πάρει μάλιστα από πίσω και τον είχε δει να χώνεται γρήγορα – γρήγορα στον παλιό αχυρώνα με τους δύο του φίλους.

Ένα βράδυ που ο Νίκος, ως συνήθως, είχε αργήσει να γυρίσει σπίτι του, η μητέρα του δεν άντεξε. Πλησίασε τον πατέρα του Νίκου και του είπε τί είχε παρατηρήσει τις προηγούμενες ημέρες.

Νομίζω ότι πρέπει να πας να ρίξεις μία ματιά για να μάθουμε τί συμβαίνει, του είπε πριν γυρίσει στην κουζίνα της.

Το ίδιο βράδυ ο Νίκος έφαγε γρήγορα και ανέβηκε στο μπαλκόνι του δωματίου του για να κοιτάξει και πάλι τα άστρα με το τηλεσκόπιο του.

Ο πατέρας του πήρε το πιο σοβαρό του ύφος και ανέβηκε για να μιλήσει με το Νίκο.

Νίκο, κοίταξε εγώ και η μητέρα σου ανησυχούμε πολύ για το που χάνεσαι με τις ώρες κάθε ημέρα. Νομίζω ότι κάτι μας κρύβεις.

Ο Νίκος γούρλωσε τα μάτια του τρομαγμένος.

Εγώ; Σας κρύβω κάτι; Είπε με φωνή που έτρεμε.

Ναι, του απάντησε ο πατέρας του. Γιατί πηγαίνεις συνέχεια στον παλιό αχυρώνα;

Α, αυτό είναι είπε με ανακούφιση και ενθουσιασμό ο Νίκος. Έλα να σου δείξω, είπε.

«Η αποκάλυψη»

Να αυτό φτιάχναμε τόσο καιρό, είπε ο Νίκος τραβώντας τον πατέρα του από το χέρι μέσα στον παλιό αχυρώνα.

Ο μπαμπάς του γούρλωσε τα μάτια του. Κάτω από μερικά πανιά ένα περίεργο «πράγμα» στεκόταν στη μέση του αχυρώνα. Έμοιαζε λίγο με μπάλα και λίγο με ένα τεράστιο καρπούζι. Είχε ένα παράθυρο κάπου στη μέση και από πάνω μία παλιά πόρτα που άνοιγε κάπως περίεργα.

Αυτό είναι το μαγικό μας διαστημόπλοιο με το οποίο ετοιμαζόμαστε να ταξιδέψουμε για τον Πλανήτη Πορτοκάλι είπε με περηφάνια ο Νίκος.

Αυτό είναι το ποιό και που θα ταξιδέψετε; Ρώτησε ο πατέρας του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Το μαγικό μας διαστημόπλοιο και θα ταξιδέψουμε για τον Πλανήτη Πορτοκάλι είπε με φούρια ο Νίκος.

Και που είναι αυτός ο Πλανήτης Πορτοκάλι, ρώτησε γελώντας και πάλι ο πατέρας του.

Έλα να σου δείξω, είπε ο Νίκος που τον άρπαξε από το χέρι και άρχισε να τον τραβάει τρέχοντας πίσω στο σπίτι.

Όταν έφτασαν στο μπαλκόνι από το δωμάτιο του έβαλε το μάτι του στο τηλεσκόπιο, κοίταξε για λίγο και μετά γύρισε προς τον πατέρα του.

Να κοίτα. Αυτός είναι ο Πλανήτης Πορτοκάλι. Τον έβγαλα έτσι γιατί είναι μεγάλος και πορτοκαλί σαν πορτοκάλι.

Ο πατέρας του Νίκου κοίταξε μέσα από το τηλεσκόπιο.

Χμ, είπε. Ώστε σε αυτόν τον πλανήτη θέλετε να πάτε.

Ναι, είπε με πείσμα ο Νίκος. Στον Πλανήτη Πορτοκάλι.

Τώρα ήταν που ο πατέρας του Νίκου δεν μπορούσε να κρύψει το γέλιο του. Έκανε δήθεν πως ταίριαζε τις τιράντες του, πως τακτοποιούσε το μουστάκι του, αλλά μάλλον πρέπει να τον πρόδωσαν τα μάτια του, αφού από την προσπάθεια να κρύψει τα γέλια του είχαν γεμίσει δάκρυα.

Ο Νίκος θύμωσε. Από πολύ μικρός όταν θύμωνε κουνούσε το πόδι του πάνω στο χώμα, σαν ταύρος που έχει δει κόκκινο πανί. Δεν ήξερε όμως γιατί ο πατέρας του δεν του μιλούσε πλέον, αλλά κοίταζε γύρω – γύρω το διαστημόπλοιο του και όλο έκρυβε το πρόσωπο του. Λες και δεν καταλάβαινε ότι ήθελε να γελάσει!

Κάποια στιγμή και αφού πήρε δύο – τρεις βαθιές ανάσες ο πατέρας του με το πολύ αυστηρό και σοβαρό του ύφος γύρισε και του είπε:

Καλά πώς θα πάτε εκεί; Δηλαδή θέλω να πω τί καύσιμα χρησιμοποιεί το.. διαστημόπλοιο σας;

Τα τελευταία λόγια μάλιστα χάθηκαν μέσα σε ένα βήχα που ο Νίκος θα ορκιζόταν ότι ήταν περίεργος, κάπως σαν … σαν ψεύτικος.

Χωρίς να αφήσει αυτή την σκέψη να τον ταράξει ο Νίκος σήκωσε τη μία άκρη από το παλιό τραπεζομάντηλο της μαμάς του που έκρυβε ένα κομμάτι από το φοβερό του διαστημόπλοιο.

Κοίταξε, είπε λίγο συνωμοτικά – λίγο θριαμβευτικά στο μπαμπά του.

Αυτός έσκυψε και τί να δει! Τρία ποδήλατα ήταν δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ πάνω από το μεσαίο ποδήλατο ήταν ένα παράθυρο που ο πατέρας του θα ορκιζόταν ότι προχθές το είχε δει για τελευταία φορά στο κοτέτσι τους.

– Εγώ, ως κυβερνήτης, θα καθίσω στο κέντρο για να βλέπω από αυτό το παράθυρο που θα πηγαίνουμε και να οδηγάω το διαστημόπλοιο. Ο Κίμων και ο Σωκράτης θα καθίσουν αριστερά και δεξιά και θα βοηθήσουν ειδικά στην απογείωση, ενώ πίσω μας, όπως βλέπεις, είπε ο Νίκος και του έδειξε κάτι σαν ντουλάπι που και αυτό ο πατέρας του θα ορκιζόταν ότι πρέπει να το είχε δει στο σπίτι του Κίμωνα, έχουμε το μέρος όπου θα βάλουμε τα τρόφιμα μας για το ταξίδι. Συμφωνήσαμε μάλιστα, συνέχισε με μία ανάσα ο Νίκος, για μία εβδομάδα να μην παίξουμε καθόλου για να μην κουραστούμε, ενώ δύο μέρες πριν το ταξίδι μας θα πίνουμε από τρία ποτήρια γάλα την ημέρα για να δυναμώσουμε περισσότερο.

Τώρα ήταν που ο πατέρας του Νίκου είχε αρχίσει να έχει δύο ποταμάκια από δάκρυα κάτω από τα μάτια του. Μόλις τα σκούπιζε αυτά ξαναγίνονταν αμέσως, ενώ το πρόσωπό του είχε πάρει ένα μελιτζανί χρώμα, σαν κάποιος να του κρατούσε τη μύτη και να μην μπορούσε να πάρει αέρα. Ο Νίκος πρόσεξε ακόμα ότι για έναν περίεργο λόγο η κοιλιά του πατέρα του ανεβοκατέβαινε, σαν μία γάτα να είχε μπει κάτω από τα ρούχα του και να προσπαθούσε να βγει έξω.

Καλά του είπε, με μία περίεργη φωνή είναι αλήθεια, και από αέρα, από οξυγόνο τί θα κάνετε; Όπως πρέπει να ξέρεις στο διάστημα και στους άλλους πλανήτες δεν μπορείς να αναπνέεις σαν να είσαι εδώ στο σπίτι σου; Δεν έχεις δει στα βιβλία σου τους αστροναύτες που φοράνε κάτι σαν γυάλες στο κεφάλι τους;

Το προβλέψαμε και αυτό, είπε πολύ σοβαρά ο Νίκος. Σήκωσε μία παλιά κουβέρτα και του έδειξε τρία μεγάλα γυάλινα πράγματα. Αυτά είναι κομμάτια από τη διαστημική μας στολή, Την υπόλοιπη δεν την έχουμε ολοκληρώσει ακόμα.

Ο πατέρας του έσκυψε για να δει καλύτερα γιατί το φως δεν ήταν και πολύ μέσα στον παλιό αχυρώνα. Αναγνώρισε με βεβαιότητα το μεγάλο βάζο που είχαν στο σαλόνι του σπιτιού τους, ενώ δίπλα του στέκονταν άλλα δύο περίπου όμοια γυάλινα βάζα, που μάλλον στόλιζαν μέχρι πριν από λίγες ημέρες τα σπίτια του Κίμωνα και του Σωκράτη.

Ο πατέρας του Νίκου δεν ήξερε πια τί να πει, κάτι τέτοιο έδειχνε να του συμβαίνει. Χάϊδεψε το κεφάλι του Νίκου και βγήκε έξω τρέχοντας, κρατώντας με τα δύο του χέρια, μάλλον το παντελόνι ή την κοιλιά του. Ο Νίκος δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα.

«Προετοιμασίες»

Αν πριν την ξενάγηση του πατέρα του στον παλιό αχυρώνα ο Νίκος περνούσε πολλές ώρες φτιάχνοντας το διαστημόπλοιο μαζί με τον Κίμωνα και το Σωκράτη, τώρα περνούσε ακόμα περισσότερες.

Λες και τους είχε πιάσει ένας περίεργος πυρετός, δούλευαν και δούλευαν και δούλευαν συνέχεια. Και όταν κάθονταν καμιά φορά να πάρουν καμία ανάσα πάλι για το διαστημόπλοιο τους μιλούσαν. Ακόμα και στον ύπνο τους άστρα και διαστημόπλοια ονειρεύονταν.

Υπήρχαν μάλιστα και κάποιες ημέρες που ξέχασαν να φάνε και πάλι καλά που ήταν οι μανάδες τους να τους ψάξουνε, αλλιώς μπορεί να κάνανε και εβδομάδες χωρίς να βάλουνε μπουκιά στο στόμα τους.

Αυτό το πράγμα κράτησε για καιρό. Κανείς από τους τρεις δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσο γιατί κανένας δεν ήξερε στα αλήθεια, τους φαινόταν όμως ότι μόλις ξεκινούσαν. Τέτοια όρεξη για δουλειά είχαν.

Όταν, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε φτιάξει ο Νίκος στο παλιό μπλοκ ζωγραφικής του, έδεσαν και το τελευταίο κομμάτι με το σχοινί που είχαν πάρει από τον παππού του Σωκράτη, στάθηκαν παράμερα να θαυμάσουν το διαστημόπλοιο τους.

Τώρα, το μόνο που τους έμενε ήταν να το βάψουν και ήταν έτοιμοι για το ταξίδι.

Αυτό βέβαια ήταν ένα πρόβλημα που δεν είχαν σκεφτεί νωρίτερα. Γιατί μπορεί να είχαν βρει και κάποια λύση, αλλά τώρα δεν ήξεραν τί να κάνουν ακριβώς, πού να βρουν κάποια μπογιά.

Εκεί που σκεφτόταν και σκεφτόταν, αλλά το μυαλό τους δεν κατέβαζε καμία ιδέα, ο Κίμωνας πετάχτηκε πάνω.

– Η γιαγιά μου κάποτε που είχε πάει να μαζέψει μούρα από την γέρικη μουριά που είναι δίπλα στην πηγή, είπε με φωνή που έτρεμε γιατί επιτέλους είχε ανακαλύψει τη λύση στο πρόβλημά τους, είχε γυρίσει σπίτι και τα χέρια της ήταν κατάμαυρα. Όταν την ρώτησα γιατί είχαν γίνει έτσι μου απάντησε ότι έτσι γινόταν από τη φύση τα χέρια όσων μάζευαν μούρα και μπλέκονταν τα χέρια τους στα φύλλα και στα ώριμα μούρα. Αν μαζεύαμε και εμείς φύλλα μούρα δεν θα μπορούσαμε να βάψουμε όλο το διαστημόπλοιο μας; τους ρώτησε.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και οι άλλοι δύο τον άρχισαν στην καζούρα. Όχι να πάμε να μαζέψουμε και αχλάδια για να το κάνουμε πράσινο έλεγε ο Νίκος, να βρούμε καρπούζια για να το κάνουμε κόκκινο έλεγε ο Σωκράτης και δώστου να πειράζουν τον Κίμωνα, που τώρα πρέπει να είχε καταντραπεί για την ιδέα του γιατί είχε γίνει κόκκινος σαν τις παπαρούνες την άνοιξη.

Αφού οι δύο τους κουράστηκαν να τον πειράζουν και δεν είχαν τί άλλο να πουν σταμάτησαν και αυτοί.

Το πρόβλημα όμως έμενε και το διαστημόπολοιο έπρεπε με κάποιο τρόπο να βαφεί.

Όλα τα διαστημόπλοια που έχω δει στα βιβλία μου είναι άσπρα, είπε κάποια στιγμή ο Νίκος. Δεν γίνεται εμείς να το κάνουμε αλλιώς το δικό μας. Τα τελευταία λόγια τα είπε με τέτοιο τρόπο που δεν σήκωνε καμία αντίρρηση.

Έσπαγαν το κεφάλι τους όλη ημέρα να βρουν λύση, αλλά τίποτε. Λεφτά δεν είχαν για να αγοράσουν άσπρο χρώμα και βούρτσες από το μαγαζί και ούτε μπορούσαν να δανειστούν από πουθενά.

Πήρε να νυχτώνει για τα καλά. Τα τζιτζίκια ακούγονταν σε όλο το χωριό και μαζί με αυτά άρχισαν να ακούγονταν και οι μανάδες τους που τους φώναζαν για να μαζευτούν στο σπίτι.

Καληνύχτα είπε ο Νίκος με το κεφάλι σκυφτό. Πρέπει μέχρι αύριο να βρούμε λύση, γιατί το διαστημόπλοιο μας δεν μπορεί να απογειωθεί έτσι, είπε και έριξε μία ακόμα ματιά γύρω – γύρω στον παλιό αχυρώνα, μήπως βρει κάτι που θα του έδινε λύση, αλλά και πάλι τίποτα.

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε κανείς τους να κλείσει μάτι.

Ο Σωκράτης μάλιστα από το πώς ξεφυσούσε συνέχεια ξύπνησε τον μπαμπά του που νόμισε ότι είχε πάθει κάτι και δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

Ο Νίκος πάλι, όταν άρχισε να ξημερώνει ήταν σίγουρος πως το πάτωμα του δωματίου του ήταν χαμηλότερο τουλάχιστον πέντε πόντους από τις βόλτες που έκανε πάνω – κάτω όλο το βράδυ.

Το πρωί που κάθισε να φάει είχε κάτι μάτια ολόμαυρα από την κούραση και χασμουριόταν κάθε δύο λεπτά.

Η μητέρα του, του έριχνε λοξές ματιές όλη την ώρα και κάτι πρέπει να μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της, αλλά ο Νίκος δεν πολυκαταλάβαινε, για αυτό και δεν έδωσε καμία σημασία.

Κάποια στιγμή πρέπει να είχαν κλείσει κιόλας τα μάτια του, σαν να τον πήρε για λίγο ο ύπνος. Όταν τα άνοιξε μπροστά του ήταν το ποτήρι με το πρωϊνό του γάλα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του δύο φορές για να καταλάβει τί γινόταν και μετά σαν κάτι να έλαμψε στο μυαλό του.

Αυτό είναι, φώναξε τόσο δυνατά, που και ο ίδιος τρόμαξε από το θόρυβο της φωνής του. Θα βάψουμε το διαστημόπλοιο άσπρο με γάλα!!

Τώρα δεν μπορούσε να τον κρατήσει κανείς. Έκανε μία έτσι και πήρε το ποτήρι στα χέρια του και άρχισε να τρέχει σαν λαγό που τον κυνηγάνε προς τον παλιό αχυρώνα. Στο δρόμο βέβαια έτσι όπως πήγαινε το μισό ποτήρι το έχυσε, αλλά ήταν τόσο ενθουσιασμένος που τώρα σε αυτά θα έδινε σημασία;

Λίγο αργότερα ο Σωκράτης και ο Κίμωνας που ήρθαν όπως κάθε ημέρα μαζί τον βρήκαν να κάθεται δύο μέτρα από το διαστημόπλοιο κάτω στο χώμα και στα λίγα άχυρα που είχαν απομείνει και να κοιτά ένα ποτήρι με γάλα που ήταν μπροστά από τα πόδια του.

Τους πήρε λίγη ώρα μέχρι να καταλάβουν τί ήθελε ο φίλος τους να κάνει με αυτό το ποτήρι, ήταν και ο Νίκος τόσο ενθουσιασμένος που μιλούσε και λίγο ακαταλαβίστικα, αλλά όταν κατάλαβαν είχαν και οι τρεις από ένα χαμόγελο από τη μία μεριά του προσώπου τους μέχρι την άλλη.

Μόνο κάποια στιγμή το χαμόγελο χάθηκε και αυτό έγινε όταν ο Κίμωνας τους ρώτησε :

Πόσα ποτήρια γάλα θα χρειαστούν για να βάψουμε όλο το διαστημόπλοιο;

Ξαφνικά έγινε ησυχία.

Ο Σωκράτης κοιτούσε τον Κίμωνα, ο Κίμωνας το Νίκο, ο Νίκος μία το Σωκράτη μία το διαστημόπολοιο, αλλά κανένας δεν μιλούσε.

Νομίζω, είπε ο Νίκος με αποφασιστικότητα γιατί δεν ήθελε τίποτε να του χαλάσει το σχέδιο του, ότι αν για μία εβδομάδα φέρνουμε και οι τρεις το γάλα μας κάθε πρωί εδώ θα το έχουμε βάψει όλο.

Και αυτό έκαναν. Χωρίς άλλη κουβέντα. Αν μπορούσε κανείς να παρακολουθεί και τους τρεις ταυτόχρονα, θα έβλεπε τρία παιδιά, την ίδια ώρα κάθε πρωί να φεύγουν με τις πυτζάμες τους από τα σπίτια τους κοιτώντας πίσω συνέχεια σαν κλέφτες, ενώ στο χέρι τους κρατούσαν από ένα ποτήρι γάλα.

Πήγαιναν μέχρι τον αχυρώνα, έριχναν όσο γάλα είχε απομείνει στο ποτήρι τους σε έναν παλιό τενεκέ που είχαν ανακαλύψει σε μία γωνία και στη συνέχεια έφευγαν τρέχοντας πάλι για τα σπίτια τους.

Οι μητέρες τους κάθε ημέρα έκαναν το σταυρό τους. Μα πώς τα παιδιά μας πίνουν με τόση όρεξη το γάλα τους κάθε ημέρα, αναρωτιόταν; Εκεί όμως που κόντεψαν να τα χάσουν τελείως ήταν όταν άρχισαν να τους ζητούν και δεύτερο, πολλές φορές και τρίτο ποτήρι γάλα. Σταυροκοπιόταν πίσω από τις πλάτες των παιδιών τους και γέμιζαν τα ποτήρια χωρίς να μπορούν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν.

Η μητέρα μάλιστα του Σωκράτη, άρχισε να πιστεύει ότι ο γιός της είχε αρρωστήσει, και μάλιστα σοβαρά. Κάπου είχε ακούσει κιόλας για μία αρρώστια που όλο τρως, αλλά πάντα πεινάς και έτσι ήταν σίγουρη ότι ο «μικρός της» – όπως τον έλεγε – είχε κολλήσει από κάπου αυτήν την αρρώστια. Είδε και έπαθε να την πείσει ο Σωκράτης ότι δεν είχε τίποτε. Για να τα καταφέρει μάλιστα σταμάτησε να τρώει το μεσημέρι, παρόλο που το στομάχι του χόρευε από την πείνα και τα γουργουρητά του ακούγονταν σε όλον τον αχυρώνα, κάνοντας τους φίλους του να γελούν.

Είχαν βέβαια να αντιμετωπίσουν και άλλους κινδύνους. Όπως μία ημέρα που βρήκαν μία γάτα να έχει χώσει τη μουσούδα της και να απολαμβάνει το γάλα που με τόσο κόπο είχαν μαζέψει. Μέχρι εντωμεταξύ να καταλάβουν τί γινόταν, το γάλα στον τενεκέ είχε κατέβει δύο – τρία δάχτυλα.

Όλη την εβδομάδα δεν μάζευαν όμως μόνο γάλα. Έκαναν χίλια – δύο άλλα πράγματα. Γυάλισαν τα γυάλινα κράνη που θα φορούσαν στο ταξίδι, τα σκάφανδρα όπως τους είπε ο Νίκος πως είχε διαβάσει ότι λέγονταν, έκαναν ασκήσεις για να βγουν γρήγορα από το διαστημόπλοιο αν κάτι δεν πήγαινε καλά στην απογείωση, αυτές ο Νίκος τις έλεγε «ασκήσεις ετοιμότητας», έβαλαν τους γονείς τους και δήθεν τυχαία τους αγόρασαν ίδια πουκάμισα και ίδια παντελόνια και τώρα ήταν πραγματικά σαν να φορούσαν και οι τρεις την ίδια στολή. Σιέλ πουκάμισο, μπλε σκούρο παντελόνι με μεγάλες φαρδιές τσέπες στα πλάγια, «έτσι όπως είναι τα πανελόνια που φοράν οι αστροναύτες τους», τους είχε πει ο Νίκος.

Βέβαια, έτσι όπως φορούσαν τις στολές τους κάθε ημέρα και έκαναν «ασκήσεις ετοιμότητας» πέφτοντας συνέχεια στο χώμα, οι μητέρες τους ήταν έτοιμες να τους ρίξουν από ένα χέρι ξύλο γιατί είχαν βαρεθεί να τις πλένουν.

Αποφάσισαν λοιπόν να φυλάξουν αυτά τα ρούχα μόνο για την μέρα της μεγάλης πτήσης, να γλιτώσουν κιόλας από τη μουρμούρα των μανάδων τους.

Όταν αποφάσισαν ότι είχαν μαζέψει αρκετό γάλα, πήγαν μία ημέρα στο βουνό για να μαζέψουν κλαδιά από φτέρες, που κάποιες γιαγιάδες στο χωριό έκαναν με αυτές σκούπες και βούρτσες.

Με όσες φτέρες μάζεψαν έκαναν τρεις μεγάλες βούρτσες, μία για τον καθένα. Έφεραν τον τενεκέ με το γάλα στη μέση και πήραν τις βούρτσες στα χέρια.

Πρώτα βούτηξε τη δική του ο Νίκος, μετά ο Σωκράτης και τελευταίος ο Κίμωνας.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια, πήραν μία βαθιά ανάσα και άπλωσαν τα χέρια τους με τις βούρτσες στο διαστημόπλοιο τους, πηγαίνοντας τες πάνω-κάτω.

Στα σημεία που έβαφαν το διαστημόπλοιο, αυτό γινόταν για λίγο άσπρο και μετά το χρώμα χάνονταν. Δεν το πίστευαν. Τώρα πιο βιαστικά βούτηξαν τις βούρτσες μέσα στο γάλα και άρχισαν να τις τρίβουν στην κυριολεξία πάνω στο διαστημόπλοιο. Το ίδιο. Δεν έμενε τίποτε, εκτός από μία μικρή γυαλάδα και μία απίστευτη μυρωδιά γαλατίλας που έκανε και τους τρεις να κλείνουν τις μύτες τους.

Απογοητευμένοι άφησαν τις βούρτσες κάτω.

Ο Νίκος έκανε μία τελευταία προσπάθεια, αλλά όταν είδε ότι δεν γινόταν τίποτε τα παράτησε και αυτός.

Τα είχαν φροντίσει όλα και δεν μπορούσαν να βάψουν το διαστημόπλοιο. Αυτό και αν τους φαινόταν για καταστροφή.

«Η λύση»

Εκείνο το βράδυ ο Νίκος ήταν να τον κλαις. Είχε κρεμάσει τα χείλη του και κρατούσε συνεχώς σταυρωμένα σφιχτά τα χέρια του, σαν να κρατούσε κάτι και δεν ήθελε να του φύγει. Πόσο θα ήθελε να κρατά μία λύση, σκεφτόταν.

Κάθε λίγο και λιγάκι άφηνε και μία ανάσα να βγει από βαθιά μέσα του με θόρυβο. Κάτι μεταξύ από αναστεναγμό και λυγμό.

Η μητέρα του κάτι πρέπει να κατάλαβε, γιατί με το που ήρθε ο πατέρας του σπίτι τον ξεμονάχιασε και το άρχισε στα ψου – ψου.

Ο Νίκος θύμωνε κάθε φορά που γινόταν κάτι τέτοιο. Ήξερε ότι οι γονείς του τέτοιες στιγμές έλεγαν πράγματα για αυτόν «πίσω από την πλάτη του», όπως τους είχε πει τόσες φορές.

Σήμερα όμως δεν κατάλαβε τίποτε. Ήταν απορροφημένος, βυθισμένος στις σκέψεις του.

Ούτε καν πήρε χαμπάρι όταν ο μπαμπάς του ήρθε και κάθισε δίπλα στο μεγάλο καναπέ στο σαλόνι.

Λοιπόν, ποιό καράβι μας από όλα βούλιαξε σήμερα και έχεις τέτοια μούτρα; τον ρώτησε, δείχνοντας δήθεν αδιάφορος.

Ο Νίκος σήκωσε τα μάτια του ξαφνιασμένος. Δεν είχε καταλάβει ότι είχε έρθει ο πατέρας του, ούτε ότι είχε καθίσει δίπλα του.

Ξεφύσηξε για ακόμα μία φορά, τον κοίταξε και ξανακατέβασε τα μάτια. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα τέτοια ώρα.

Έλα πες μου, επέμεινε ο πατέρας του. Πού ξέρεις μπορεί να σε βοηθήσω;

Σαν χείμμαρος τότε ο Νίκος, λες και τα λόγια του πατέρα του ήταν κάποιο σύνθημα που εδώ και ώρα περίμενε άρχισε να του λέει για το σχέδιο να βάψουν το διαστημόπλοιο τους άσπρο με το γάλα. Του τα είπε όλα, ή μάλλον σχεδόν όλα γιατί θεώρησε ότι ήταν καλό να κρύψει ότι τόσες ημέρες δεν έπινε γουλιά από το γάλα που του έδινε η μητέρα του, αλλά το μάζευε για να το χρησιμοποιήσει ως μπογιά. Άσε που θα ήταν σαν να πρόδιδε το Σωκράτη και τον Κίμωνα που έκαναν τα ίδια στις δικές τους μητέρες.

Ο πατέρας του τον άκουγε και ήταν απόλυτα σοβαρός. Σαν να μιλούσε με κάποιον για δουλειές. Τόσο σοβαρός.

Αφού τελείωσε ο Νίκος απέμεινε να κοιτά το ανέκφραστο πρόσωπο του πατέρα του.

Και για αυτό στεναχωριέσαι; τον ρώτησε. Έλα μαζί μου.

Ο Νίκος σαν στρατιώτης που του δίνουν μία διαταγή, σηκώθηκε και ακολούθησε τον πατέρα του.

Πήγαν μαζί στην αποθήκη που φυλούσε τα μηχανήματα που χρειαζόταν για τα χωράφια. Το άροτρο, η μηχανή για τη σπορά, το λάστιχο για το πότισμα ήταν όλα εκεί τακτοποιημένα στη θέση τους.

Ο πατέρας του Νίκου έσκυψε σε μία γωνιά, έβγαλε μία μεγάλη σακκούλα που φαινόταν να είναι πολύ βαριά και την ακούμπησε μπροστά στο Νίκο.

Πήρε μία άλλη μικρότερη σακκούλα και ένα μικρό φτυαράκι και άρχισε να τη γεμίζει βιαστικά με μία άσπρη σκόνη.

Όταν τελείωσε την έδωσε στο Νίκο.

Πάρε. Αυτός είναι ασβέστης. Θα τον ρίξεις σε ένα κουβά νερό και θα βάψεις άσπρο ότι θέλεις.

Ο Νίκος δεν το πίστευε. Τόσο απλά ήταν λοιπόν τα πράγματα. Και τί είναι ετούτος ο ασβέστης που τα βάφει όλα άσπρα και δεν τον ήξερε; Τότε ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε δει πολλές φορές τη γιαγιά του να ασπρίζει το φράχτη του σπιτιού της, κρατώντας στα χέρια της ένα κουβά που όταν την είχε ρωτήσει τί είναι του είχε πει ότι ήταν ασβέστης.

Πώς δεν το θυμήθηκε νωρίτερα, μάλωσε τον εαυτό του.

Πήρε ευλαβικά τη σακκούλα, σαν να κρατούσε το μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου. Όταν πήγε μάλιστα στο δωμάτιο του για να κοιμηθεί την ακούμπησε με προσοχή στο πάτωμα και κανά δύο φορές ξύπνησε και τις έριχνε κλεφτές ματιές να δει αν είναι εκεί.

Την άλλη ημέρα, ο ήλιος δεν είχε σηκωθεί ούτε μισή παλάμη από τον ορίζοντα, όταν ο Νίκος ήταν ήδη στον παλιό αχυρώνα και έβαφε.

Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε, αλλά όταν ήρθαν ο Σωκράτης με τον Κίμωνα του είχε μείνει μόνο η μύτη από το διαστημόπλοιο που δεν είχε βάψει ακόμη.

Οι δύο του φίλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα.

Τί έκανες στο γάλα που δεν το είχαμε κάνει χθες και τώρα μένει άσπρο ακόμα και πάνω στο διαστημόπλοιο μας; Και πώς μυρίζει έτσι, τον ρώτησε ο Κίμωνας.

Ήθελε μήπως και άλλο βράσιμο; Δεν σας το είπα εγώ χθες, είπε ο Σωκράτης με περηφάνεια, που από την προηγούμενη είχε βρει τη λύση.

Δεν είναι γάλα, είπε ο Νίκος, που έμοιαζε με ελαιοχρωματιστή, καθώς είχε άσπρους λεκέδες στα ρούχα, στα παπούτσια αλλά και στα πρόσωπο και τα μαλλιά του. Άσβεστης είναι και μου τον έδωσε ο πατέρας μου είπε περήφανα.

Μόλις τελείωσε το βάψιμο οι τρεις φίλοι τραβήχτηκαν λίγο πιο πίσω και κοίταξαν με καμάρι το δημιούργημα τους.

Και τώρα, έτοιμοι για τη μεγάλη πτήση, είπε ο Νίκος, σκουπίζοντας μία μεγάλη σταγόνα από ασβέστη που έτρεχε στο μέτωπό του.

«Η μεγάλη στιγμή»

Μία εβδομάδα πριν το ταξίδι, όπως είχαν συμφωνήσει, σταμάτησαν κάθε παιχνίδι. Όχι πως πριν είχαν χρόνο για να παίζουν, αφού όλη την ημέρα δούλευαν για να φτιάξουν το διαστημόπλοιο, αλλά τώρα δεν έκαναν απολύτως τίποτε.

Κάθε μέρα είχαν ραντεβού στο γνωστό σημείο δίπλα στην πηγή, εκεί που είχαν πάρει τη μεγάλη απόφαση για το ταξίδι τους.

Ξάπλωναν κάτω από τη σκιά των δέντρων και δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου, για να κάνουν «οικονομία δυνάμεων», όπως τους έλεγε ο Νίκος.

Ο Σωκράτης είχε βρει ένα βιβλίο με κάποιες ασκήσεις γυμναστικής που είχε αγοράσει κάποτε η μεγαλύτερη αδελφή του και αφού το συζήτησαν λίγο, αποφάσισαν να κάνουν μισή περίπου ώρα την ημέρα γυμναστική. Μην εξαντληθούν κιόλας!

Στο μεταξύ οι μητέρες τους γκρίνιαζαν όλο και περισσότερο.

Δεν φτάνει που μέχρι τώρα είχαν χάσει τους κανακάρηδες τους, έψαχναν και δεν έβρισκαν πράγματα που είχαν εξαφανιστεί από τα σπίτια τους, έβαζαν πλυντήριο κάθε ημέρα γιατί τα ρούχα και των τριών ήταν πάντα μέσα στη βρωμιά από τον παλιό αχυρώνα, τώρα τους έβλεπαν και τους τρεις να κάθονται όλη ημέρα και να μην κάνουν τίποτα και είχαν αποτρελλαθεί.

«Πήγαινε λίγο μέχρι το μαγαζί να μου πάρεις ρύζι», έλεγε στο Νίκο η μητέρα του, «δεν μπορώ, γιατί θα κουραστώ», απαντούσε εκείνος.

«Πάνε να αγοράσεις ψωμί», έλεγε στο Σωκράτη η μητέρα του και εκείνος έκανε πως κοιμόταν και δεν άκουγε.

Σκετή απελπισία ήταν η κατάσταση. Κάθε ημέρα που περνούσε μεγάλωνε και η μουρμούρα. Τίποτε όμως και οι τρεις τους. Ήταν αποφασισμένοι να ακολουθήσουν πιστά το πρόγραμμα που είχαν φτιάξει και να μην κουραστούν ούτε τόσο δα.

Κάποια στιγμή μάλιστα μία μέλισσα είχε μπει στο δωμάτιο του Νίκου και αυτός, που τόσο τις φοβόταν γιατί όταν ήταν μικρός τον είχε τσιμπήσει μία, τώρα απλά καθόταν και την κοιτούσε, χωρίς καν να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Όταν δε, αυτή πήγε να πετάξει κατά πάνω του, ο Νίκος έκανε μία έτσι και έπεσε από το κρεβάτι για να μη σηκωθεί και κουραστεί!!

Προς το τέλος της εβδομάδας είχαν καταλάβει ότι αν δεν απογειωνόταν για το ταξίδι τους γρήγορα, τότε θα είχαν κακά ξεμπερδέματα με τις μητέρες τους.

Σε μία συνάντηση λοιπόν, «σύσκεψη» τους είχε πει ο Νίκος ότι έπρεπε να τη λένε, αλλά κανένας δεν καταλάβαινε τί θα πει για αυτό και την παράτησαν τη λέξη, όρισαν ως ημερομηνία του μεγάλου ταξιδιού την Κυριακή στις επτά το πρωί.

Τώρα πραγματικά δεν κρατιόταν και οι τρεις.

«Κυριακή, επτά το πρωί»

Το Σάββατο και ενώ πήρε να βραδιάζει είχαν δώσει ραντεβού για να βγάλουν το διαστημόπλοιο στην «πίστα απογείωσης», όπως είχαν βαφτίσει τον χώρο μπροστά από την πόρτα του παλιού αχυρώνα.

Βρέθηκαν και οι τρεις σχεδόν ταυτόχρονα έξω από την πόρτα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, σαν να μην ήταν σίγουροι για αυτό που πήγαιναν να κάνουν.

Ο Νίκος έτριβε τα χέρια του συνέχεια πάνω στο παντελόνι του. Είχαν ιδρώσει και δεν καταλάβαινε το γιατί, αφού ποτέ κάτι τέτοιο δεν του είχε ξανασυμβεί. Σκέφτηκε κάποια στιγμή να το πει και στους άλλους, αλλά μετά το μετάνιωσε.

Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Το διαστημόπλοιο, άσπρο-κάτασπρο τους περίμενε στο κέντρο του παλιού αχυρώνα.

Ο Κίμωνας με το Σωκράτη πήγαν και έπιασαν από ένα φτερό ενώ ο Νίκος πήγε στην ουρά.

Με το τρία ξεκινάμε να σπρώχνουμε, είπε ο Νίκος. Ένα, δύο..τρία!! Πάμε!!

Με πολύ θόρυβο το διαστημόπλοιο άρχισε να κουνιέται.

Ξύλα έτριζαν, σκόνη σηκωνόταν, μία κότα, που περίεργη είχε χωθεί σε μία γωνία τσιμπολογώντας στο χώμα κάτι ξεχασμένους σπόρους από σιτάρι, άρχισε να τρέχει τρομαγμένη κακαρίζοντας, προφανώς ειδοποιώντας και τις υπόλοιπες ότι κάτι τεράστιο που κουνιόταν υπήρχε μέσα στον αχυρώνα.

Σιγά – σιγά άρχισαν να φτάνουν στην πόρτα. Λίγο ακόμα και θα έβγαιναν έξω.

Ο Κίμωνας με το Σωκράτη λες και ήταν συνεννοημένοι σταμάτησαν.

Κοίταξαν ο ένας τον άλλον συνθηματικά και έβαλαν την τελευταία δύναμη που τους απέμενε για να σπρώξουν το μεγάλο διαστημόπλοιο. Αυτό κύλησε αργά μερικά μέτρα και σταμάτησε στο κέντρο ενός φανταστικού κύκλου που είχαν σχεδιάσει στο μυαλό τους, εκεί λίγο έξω από την πόρτα.

Έξω από τον αχυρώνα έδειχνε πιο μικρό από ότι τους φαινόταν μέχρι πριν από λίγο.

Κοιτούσε ο ένας τον άλλον χωρίς να λένε τίποτε.

Ο Νίκος θα ορκιζόταν ότι μπορούσε να ακούσει την αναπνοή και του Σωκράτη και του Κίμωνα.

Πρέπει να έμειναν τουλάχιστον πέντε με δέκα λεπτά έτσι, χωρίς κανένας να πει κάτι. Μόνο κοιτούσαν το διαστημόπλοιο τους.

Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που έσπασε τη σιωπή.

– Αν το σκεφτείτε καλά, δεν τα καταφέραμε και άσχημα, είπε, συνεχίζοντας να κοιτάει με καμάρι μία από τις βίδες που κρατούσαν τα φτερά.

To be continued

All Rights Reserved. Copyright 2006 – 2010

Απαγορεύεται η ολική ή μερική ανατύπωση ή εκτύπωση με οποιονδήποτε τρόπο για οποιαδήποτε εμπορική χρήση με ή άνευ ανταλλάγματος. Επιτρέπεται η μεμονωμένη χρήση για φιλανθρωπικούς και μη κερδοσκοπικούς σκοπούς.

2 Responses to A Kids story

  1. Ο/Ηmaggas λέει:

    ade!! Pote tha exoume tin synexeia??

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *